Οι Ευχές του Μεγάλου Αγιασμού

416

: Η τελετή του Αγιασμού είναι μια ιεροπρεπής Ακολουθία της Εκκλησίας μας, που συμπεριλαμβάνει ευχές και αναγνώσματα…

ώστε το απλό ύδωρ να εμπλουτιστή από την κατερχόμενη χάρη του Αγίου Πνεύματος και να αποκτήση ιαματικές ιδιότητες, αφ ενός προς ευλογία του πιστού και ενίσχυση κάθε αγαθής ενέργειας, αφ ετέρου προς αποτροπή κάθε εναντίας δυνάμεως.

Ο Αγιασμός δεν είναι μυστήριο αλλά μυστηριοειδής τελετή, διότι, ενώ στα μυστήρια, όπως στο Βάπτισμα η στην Θεία Ευχαριστία, η χάρη του Αγίου Πνεύματος κατέρχεται πρωτογενώς δια υλικών μέσων, στον Αγιασμό η χάρη αυτή είναι προσθετική της ήδη υπαρχούσης στον πιστό θείας χάριτος.

Υπάρχουν δύο τελετές αγιασμού, του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού. ο Μικρός Αγιασμός τελείται πολλές φορές κατ έτος, ιδιαιτέρως στην πρώτη κάθε μηνός, στην αρχή του σχολικού έτους και άλλων εργασιών, και, γενικώς, όποτε οι πιστοί έχουν ανάγκη ευλογίας.

Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται μια φορά κατ έτος, την παραμονή των Φώτων, και μάλιστα στο τέλος της Ακολουθίας των Ωρών και του Εσπερινού. Επειδή, όμως, αυτήν την τελετή δεν την παρακολουθούν οι πιστοί, αφού η παραμονή των Φώτων δεν είναι αργία, η Διοικούσα Εκκλησία ώρισε να τελείται κατ οικονομία η τελετή του Μεγάλου Αγιασμού και ανήμερα των Φώτων.

Οι Ύμνοι, τα Αναγνώσματα και οι Ευχές του Μεγάλου Αγιασμού περιέχουν υψηλά νοήματα για το μυστήριο της θείας οικονομίας γενικώς και ειδικώτερα για την Ενανθρώπηση και την Επιφάνεια του Κυρίου μας.

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο περιεχόμενο των Ευχών του Μεγάλου Αγιασμού, ώστε με την κατανόησή των να προσεγγίσωμε καλύτερα τα σωτήρια νοήματά των προς μεγαλύτερη ωφέλειά μας.

Εξ άλλου, με τον τρόπο αυτόν, μας δίδεται για άλλη μια φορά η ευκαιρία να απολαύσωμε τις δυνατότητες που προσφέρει η υπέροχη ελληνική γλώσσα, με την ποικιλία των λέξεων και τον πλούτο των εκφραστικών της μέσων.

Οι Ευχές αυτές, που αναγιγνώσκονται μετά από τις Προφητείες και τα Αναγνώσματα, το αποστολικό και το ευαγγελικό, είναι δύο. η πρώτη, και πιο σύντομη, είναι ποίημα του Γερμανού, Πατριάρχου Κων/πόλεως, και λέγεται μυστικώς υπό του πρεσβυτέρου. Απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον «Κύριο Ιησού Χριστό», και τον αποκαλεί «αληθινό Θεό, πηγή της ζωής και της αθανασίας, φως εκ φωτός». Μετά από την επίκληση ακολουθούν οι αιτήσεις : «καταύγασον (= λάμπρυνε) ημών την διάνοιαν τω Αγίω σου Πνεύματι», «πρόσδεξαι ημάς, ευχαριστίαν σοι προσάγοντας επί τοις θαυμαστοίς σου μεγαλουργήμασι και επί τη σωτηρίω σου οικονομία».

Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στην συγκατάβαση του Θεού Λόγου, στην περιβολή του με το «ασθενές και πτωχόν ημών φύραμα (=σώμα) και στην εθελούσια αποδοχή Εκείνου, «του απάντων Βασιλέως», να βαπτισθή στον Ιορδάνη «δουλική χειρί». ο θείος υμνογράφος τονίζει, εν προκειμένω, την αναγκαιότητα της θείας συγκαταβάσεως : «ίνα την των υδάτων φύσιν αγιάσας οδοποιήσης ημίν την δι ύδατος και πνεύματος αναγέννησιν και αποκαταστήσης ημάς προς την πρώτην ελευθερίαν». Ύστερα από την διαπίστωση αυτή, ότι το μυστήριο της θείας οικονομίας αποσκοπεί στην δική μας σωτηρία, γίνεται και η τρίτη αίτηση : «ράνον εφ ημάς, κατά την θείαν σου επαγγελίαν, ύδωρ καθάρσιον, την δωρεάν της σης ευσπλαγχνίας» η δέηση τελειώνει με την ανάπεμψη δοξολογίας συνολικά προς την Αγία Τριάδα.

Η δεύτερη ευχή, η εκτενέστερη, είναι ποίημα του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου και διαβάζεται μεγαλοφώνως. Ξεκινάει με την επίκληση στην Αγία Τριάδα, την «υπερούσιο», «την δημιουργό των νοερών ουσιών και των λογικών φύσεων», «το φως το απρόσιτον, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».

Συνεχίζει με την αίτηση «λάμψον καμοί τω αναξίω δούλω σου, φώτισόν μου της διανοίας τα όμματα» και, αφού ο πρεσβύτερος ζητάει την συγχώρηση των πλημμελημάτων του, «όπως μη κωλύσωσιν παραγενέσθαι (=να παρουσιαστή) το Άγιον Πνεύμα», προχωράει στην δοξολογία του «κτίστου και δημιουργού του παντός», «του απάτορος εκ μητρός και αμήτορος εκ πατρός».

Στο σημείο αυτό ο υμνογράφος κάνει μια υπέροχη όσο και βαθειά θεολογική διαπίστωση για το πρόσωπο του Θεού Λόγου : «εν τη προλαβούση εορτή (ενν. την Γέννηση) νήπιον σε είδομεν. εν δε τη παρούση (τα Θεοφάνεια) τέλειον σε ορώμεν, τον εκ τελείου τέλειον επιφανέντα Θεόν ημών. »

Στην συνέχεια το γεγονός μεταφέρεται στο λειτουργικό παρόν της Εκκλησίας. «Σήμερον ο της εορτής ημίν επέστη καιρόςΣήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος εν είδει περιστεράς τοις ύδασιν επεφοίτησεΣήμερον ο άκτιστος υπό του ιδίου πλάσματος βουλή (με την θέλησή του) χειροθετείταιΣήμερον ο προφήτης και πρόδρομος τω δεσπότη προσέρχεται, αλλά τρόμω παρίσταται»

Όσο περισσότερο πλησιάζει το «μυστήριο» του Αγιασμού προς την συντέλεσή του, τόσο περισσότερο κορυφώνονται οι σωτηριολογικές αναφορές και πληθαίνουν τα σχήματα λόγου : «Σήμερον τα του Ιορδάνου νάματα εις ιάματα μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσίαΣήμερον του παλαιού θρήνου απηλλάγημεν και ως νέος Ισραήλ διεσώθημεν Σήμερον του σκότους ελυτρώθημεν και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα» (=λαμπρυνόμαστε).

Το κλίμα χαράς και ευφροσύνης που έχει ήδη δημιουργηθή από τις παραπάνω περιγραφές αισθητοποιείται ακόμη περισσότερο από τα υψηλού επιπέδου νοήματα των φράσεων : «Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει, και τα κάτω τοις άνω συνομιλείΣήμερον ο δεσπότης προς το βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση προς ύψος το ανθρώπινονΣήμερον βασιλείαν ουρανών ωνησάμεθα (=αγοράσαμε). της γαρ βασιλείας του Κυρίου ουκ έσται τέλος. »

Κατά συνέπεια, όλη η φύσις, «γη και θάλασσα την του κόσμου χαράν εμερίσαντο (=έλαβαν μερίδιο) και ο κόσμος ευφροσύνης πεπλήρωται. »

Μπροστά, μάλιστα, στο θαυμαστό γεγονός της μεταποιήσεως των υδάτων σε ιάματα, «ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω θεασάμενος το πυρ της θεότητος σωματικώς κατερχόμενον και εισερχόμενον επ αυτόν, ορών τον αόρατον οραθέντα, τον κτίστην σαρκωθέντα, τον δεσπότην εν δούλου μορφή. »

Αλλά «και τα όρη εσκίρτησαν, Θεόν εν σαρκί καθορώντα, και νεφέλαι φωνήν έδωκαν, θαυμάζουσαι τον παραγενόμενον και βάπτισμα σωτηρίας τω κόσμω δωρησάμενον. » Μπροστά στα «μεγαλεία των θαυμάτων του» αναφωνεί ο υμνωδός :

«Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου».

Πράγματι, η συνέχεια της ευχής αποτελεί έναν εξαίρετο ύμνο στο θαυμαστό έργο της δημιουργίας από τον Κύριο : «συ βουλήσει εξ ουκ όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα συνέχεις την κτίσιν και διοικείς τον κόσμον. συ εκ τεσσάρων στοιχείων την κτίσιν συναρμόσας τέτταρσι καιροίς τον κύκλον του ενιαυτού εστεφάνωσας. σε υμνεί ήλιος. σε δοξάζει σελήνη. σοι εντυγχάνει τα άστρα. σοι υπακούει το φώςΣύ εστερέωσας την γην επί των υδάτων. συ περιετοίχισας την θάλασσαν ψάμμω. συ προς αναπνοάς τον αέρα εξέχεας»

Και όμως αυτός ο «απερίγραπτος, άναρχος και ανέκφραστος Θεός» ήλθε στην γη, «μορφήν δούλου λαβών», διότι «ουκ έφερε θεάσθαι (=δεν άντεχε να βλέπη) υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων», πράγμα για το οποίο εμείς «ομολογούμεν την χάριν και ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν».

Εν συνεχεία, αξίξει να σταθούμε στην επισήμανση του υμνογράφου ότι ο αγιασμός των υδάτων συνοδεύεται από την αποτροπή κάθε εναντίας δυνάμεως : «συ και τα ιορδάνεια ρείθρα ηγίασας και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων».

Ακολουθούν οι κατ εξοχήν αιτήσεις προς εξαγιασμό των υδάτων : «Αυτός, ουν, φιλάνθρωπε Βασιλεύ, πάρεσο και νυν, δια της επιφοιτήσεως του Αγίου σου Πνεύματος, και αγίασον το ύδωρ τούτο (γ). και δος αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, ποίησον αυτό αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξητήριον ».

Όπως και προηγουμένως, γίνεται αναφορά στον σκοπό του αγιασμού : «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών τε και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον. »

Εδώ θα μπορούσε να ολοκληρωθή η ευχή. Όμως ο υμνογράφος τονίζει με έμφαση επανειλημμένως ότι «συ ει ο Θεός ημών», αναφερόμενος εφ εξής σε γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, όπου έγινε φανερή η σωτηριώδης επέμβαση του Κυρίου δια υλικών σημείων, όπως στον δια ύδατος «κατακλυσμό της αμαρτίας» επί του Νώε, στην δια θαλάσσης σωτηρία των Ισραηλιτών από τον Φαραώ επί Μωϋσέως, στον κορεσμό της δίψης των Εβραίων δια του ύδατος που ανέβλησε από το χτύπημα της πέτρας στην έρημο, ως και στο έργο του Προφήτου Ηλιού, ο οποίος δι ύδατος και πυρός απήλλαξε τον Ισραήλ «εκ της πλάνης του Βάαλ».

Ακολουθεί εκ νέου η αίτηση για αγιασμό των υδάτων : «Αυτός και νυν, Δέσποτα, αγίασον το ύδωρ τούτο τω Πνεύματί σου τω Αγίω (γ).

Δος πάσι τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσι, τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν».

Η εκτενής αυτή ευχή του Μεγάλου Αγιασμού ολοκληρώνεται με την δοξολογία της Παναγίας Τριάδος, η οποία «δια ορωμένων και δι αοράτων» επετέλεσε το μεγάλο αυτό μυστήριο.

Ας σπεύσωμε, επομένως, οι πιστοί, όπως μας προτρέπει ο υμνογράφος στο Στιχηρό Ιδιόμελο που ακολουθεί, να ανυμνήσωμε «το μέγεθος της περί ημάς οικονομίας του Θεού», ο οποίος, γενόμενος άνθρωπος, εισέρχεται και αγιάζει τα ύδατα, «ο μόνος καθαρός και ακήρατος (=άφθαρτος), δια την ημών κάθαρσιν. »

Ας αντλήσωμε, λοιπόν, και εμείς μετ ευφροσύνης το αγιασμένο ύδωρ και ας δεχθούμε με ευγνωμοσύνη την πλούσια και αγιαστική χάρη και δωρεά του Αγίου Πνεύματος, η οποία επιδίδεται «αοράτως τοις πιστώς αντλούσιν παρά Χριστού του Θεού και Σωτήρος των ψυχών ημών».

Γένοιτο!

Σοφία Μπεκρή, φιλόλογος- θεολόγος

aktines.blogspot.com