Τι είναι η Τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου που γιορτάζουμε σήμερα;

2688

Σήμερα η Εκκλησία μας, τελεί τήν ανάμνηση τής καταθέσεως τής τιμίας Εσθήτος τής Υπεραγίας ημών Θεοτόκου καί αειπαρθένου Μαρίας στίς Βλαχέρνες.

Πρόκειται γιά μία εορτή ενός γεγονότος πού αναφέρεται στήν Παναγία καί αφορά ένα ένδυμά της πού είναι τό «επανωφόριόν» της.

Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή τής ημέρας, δύο Πατρίκιοι, ο Γάλβιος καί ο Κάνδιδος, επί τής εποχής τού Βασιλέως Λέοντος τού Μεγάλου, στήν πορεία τους πρός τά Ιεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσουν τούς Αγίους Τόπους, όταν έφθασαν στήν Γαλατία, βρήκαν μία ευσεβεστάτη Εβραία, πού είχε μέσα στήν οικία της τήν αγία Εσθήτα, τό επανωφόριον τής Παναγίας.

Η γυναίκα αυτή προσευχόταν μέρα καί νύκτα μιμούμενη τήν προφήτιδα Άννα πού βρισκόταν στόν Ναό καί αξιώθηκε νά δή τόν Χριστό, όταν Τόν πήγε εκεί η Παναγία τεσσαράκοντα ημερών.

Οι δύο Πατρίκιοι, μετά από ένα τέχνασμα, κατόρθωσαν νά λάβουν τόν πολύτιμον αυτό θησαυρό καί νά τόν φέρουν στήν Κωνσταντινούπολη, τόν ετοποθέτησαν στό κτήμα τους, πού ονομαζόταν Βλαχέρναι, καί εκεί έκτισαν Ναό τών Αποστόλων Πέτρου καί Μάρκου.

Αργότερα ο Βασιλεύς Λέων ο Μέγας, όταν πληροφορήθηκε αυτό τό γεγονός, έκτισε Ναό τής Κυρίας Θεοτόκου, στόν οποίο τοποθέτησε τήν θήκη όπου ήταν αποθησαυρισμένη η τιμία Εσθήτα, τήν οποία προσκυνούσαν οι Χριστιανοί καί έβλεπαν διάφορα θαύματα.

Ο ιερός υμνογράφος ονομάζει τήν αγίαν Εσθήτα «ιεράν περιβολήν, φυλακτήριον άσυλον (τής Κωνσταντινουπόλεως), δώρον τίμιον, αναφαίρετον πλούτον ιαμάτων, ποταμόν πεπληρωμένον τών χαρισμάτων τού πνεύματος».

Μέ τήν ευκαιρία τού γεγονότος τής καταθέσεως τής τιμίας Εσθήτος τής Παναγίας, η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τό μεγάλο πρόσωπο τής Παναγίας, πού έγινε η χαρά τής οικουμένης, γιατί ήταν εκείνο τό πρόσωπο διά τού οποίου εισήλθε στόν κόσμο ο Χριστός πού ελευθέρωσε τό ανθρώπινο γένος από τήν αμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο.

Όλα τά τροπάρια τής Εκκλησίας, ξεκινώντας από τήν τιμία Εσθήτα, υμνούν τό πρόσωπο τής Παναγίας.

Τό απολυτίκιο τής εορτής αναφέρεται στήν Παναγία καί μεταξύ τών άλλων γράφει: «Επί σοί γάρ καί φύσις καινοτομείται καί χρόνος», δηλαδή στήν Παναγία γίνεται κανούργια καί η φύση καί ο χρόνος.

Αυτό σημαίνει ότι η φύση καί ο χρόνος, πού πολλές φορές βασανίζουν τόν άνθρωπο, αποκτούν άλλο νόημα, υπερβαίνονται εν Χάριτι Θεού.

Στήν Παναγία, μέ τό Άγιο Πνεύμα, διατηρήθηκε η παρθενία της, έγινε μητέρα χωρίς νά χάση τήν παρθενία της, καί παραμένει ζωντανή στούς αιώνας, αφού κατά τήν παράδοση καί αυτό τό σώμα της μετέστη πρός τόν ουρανό.

Αλλά στήν σημερινή εορτή βλέπουμε ότι η Χάρη τού Θεού πού αγίασε τό σώμα τής Παναγίας πέρασε καί στά ρούχα πού φορούσε.

Πράγματι, κατά τήν ορθόδοξη διδασκαλία, η θεία Χάρη διά τής ψυχής διαπορθμεύεται στό σώμα καί από εκεί προχέεται καί στά ρούχα καί γενικά στήν άλογη φύση.

Μέ αυτόν τόν τρόπο δέν είμαστε ειδωλολάτρες καί κτισματολάτρες, αλλά τιμούμε τήν ύλη πού έχει τήν αγιοποιό ενέργεια τού Θεού.

Έτσι οι πιστοί, κατά τόν ιερόν υμνογράφο, κατασπάζονται μέ πίστη τήν αγία Εσθήτα τής Παναγίας καί λαμβάνουν τήν Χάρη τού Θεού πού ενοικεί σέ αυτήν.

Μέ τήν ευκαιρία τής σημερινής εορτής θά πρέπη νά προσευχηθούμε νά μάς βάλη η Παναγία μας κάτω από τήν αγία της Εσθήτα, τό αγιασμένο επανωφόριό της, καί νά μάς προστατεύη από κάθε κακό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.
Περιβολὴν πᾶσι πιστοῖς ἀφθαρσίας, θεοχαρίτωτε Ἁγνὴ ἐδωρήσω, τὴν Ἱερὰν Ἐσθῆτά σου, μεθ᾽ ἧς τὸ ἱερόν, σῶμά σου ἐσκέπασας, σκέπη πάντων ἀνθρώπων, ἧς περ τὴν κατάθεσιν, ἑορτάζομεν πόθῳ, καὶ ἐκβοῶμεν φόβῳ σοι σεμνή· Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ τῶν θαυμάτων ποταμοὶ Θεοτόκε, ἐκ τῆς πανσέπτου σου σοροῦ προερχόμενοι, ὡς ἐξ Ἐδὲμ ποτίζουσι τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, χάριτας προχέοντες, τοῖς πιστῶς σε τιμῶσιν· ὅθεν ἀνυμνοῦμέν σε, καὶ σεπτῶς εὐφημοῦμεν, καὶ εὐχαρίστως κράζομεν ἀεί· Χαῖρε ἡ μόνη, ἐλπὶς τῶν ὑμνούντων σε.

Ὁ Οἶκος
Τὴν καθαρὰν καὶ ἀληθῆ σκηνὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὴν ἔμψυχον νεφέλην, καὶ στάμνον τὴν τοῦ Μάννα, τὴν Θεοτόκον Μαριάμ, πάντες οἱ σωθέντες διὰ τοῦ τόκου αὐτῆς ἐν πίστει μακαρίσωμεν, καὶ τὴν σεπτήν, Ἐσθῆτα προσπτυξώμεθα, ᾗπερ τὸν Δεσπότην περισχοῦσα, ὡς βρέφος ἐβάστασε φορέσαντα σάρκα, δι’ ἧσπερ τῶν βροτῶν ἡ φύσις ἐπήρθη πρὸς μετάρσιον ζωὴν καὶ βασιλείαν· ὅθεν γεγηθότες, κραυγάζομεν μεγαλοφώνως· Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Μεγαλυνάριον
Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γοῦν δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου, φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.