Δια τεσσάρων πραγμάτων πληθύνεται η οργή

1004

: Διά τεσσάρων πραγμάτων η οργή πληθύνεται· διά της δοσοληψίας, και του κρατήσαι το θέλημά σου, και του θέλειν διδάσκειν, και του λογίζεσθαι εαυτόν φρόνιμον.

Η οργή, δηλαδή η ανημπόρια της ψυχής, η οποία ξεσπά λόγω ελλείψεως εσωτερικής ενότητος, αυξάνει «διά της δοσοληψίας», με το δούναι και λαβείν.

Δοσοληψία είναι η ανταλλαγή πραγμάτων, χρημάτων, σκέψεων, οι κοινωνικές επαφές, φανερώνει δε ότι μέσα μας υπάρχουν επιθυμίες και καλλιεργεί το επιθυμητικό του ανθρώπου. Γι’ αυτό, όταν δεν σου δώσουν κάτι που ζητάς, ή όταν σου ζητούν συνεχώς, χάνεις την ηρεμία σου, οργίζεσαι.

Και διά του κρατήσαι, το θέλημά σου. Η οργή επίσης αυξάνει με το να θέλης να επικρατή το θέλημά σου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη και βλακωδέστερη ενέργεια από το να θέλω να επικρατή το θέλημά μου.

Το θέλημα είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος του ανθρώπου. Επειδή δε ο κάθε άνθρωπος που με περιβάλλει έχει το δικό του θέλημα, εάν θα θέλω να επικρατή το θέλημά μου, θα έρχωμαι συνεχώς σε σύγκρουσι με τους άλλους και δεν θα έχω αληθινή σχέσι μαζί τους.

Διά του θέλειν διδάσκειν. Το να θέλω να κάνω διδασκαλία στον άλλον, να του δίνω συμβουλές, να τον διορθώνω, με φέρνει πάντοτε σε σύγκρουσι μαζί του και μου αναπτύσσει ένα αλλόκοτο εγώ. Άλλωστε, αυτό είναι και συμμερισμός ιδιότητος του Θεού, διότι η διδασκαλία δεν είναι δικαίωμά μας, και ο άλλος δεν μας ανήκει για να τον διδάξωμε.

Και του λογίζεσθαι εαυτόν φρόνιμον. Και το να νομίζω ότι είμαι καθ’ εαυτόν φρόνιμος, ότι έχω βαρύτητα στην σκέψι μου, μου αυξάνει την οργή. Αυτό και πάλι είναι αφελές.