Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: Η Γυναίκα στην Ορθόδοξη Εκκλησία

177

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας της Γυναίκας που τιμάται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου αναδημοσιεύουμε την προσφώνηση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου…

στο 14ο διεθνές συνέδριο του δικαίου των ανατολικών εκκλησιών (Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών Σεπτέμβριος 1999) – Ειδική Συνοδική Επιτροπή Γυναικείων Θεμάτων (Κανονισμός 153/2002)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Από την προσφώνηση τoυ Αρχιεπισκόπου Αθηνών στο
( Αίθουσα Τελετών τού Πανεπιστημίου Αθηνών Σεπτ. 1999)

Η παρουσία τής γυναίκας στό σώμα τής Εκκλησίας είναι ταυτόσημη καί ισότιμη μέ εκείνη τού άνδρα, διότι καί οι δύο ως πιστοί καί μέλη τού ιδίου σώματος ενώνονται μεταξύ τους καί μαζί μέ τή Θεία Κεφαλή τού σώματος σέ μία «εν Χριστώ» ζωή, μέ τήν ενέργεια τής Θείας Χάριτος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέν αντιλαμβάνεται τήν ισότητα ως ισοπέδωση.

Η ποικιλία σ αυτή δέν αντιστρατεύεται τήν ενότητα. Γι αυτό καί στόν χώρο τής Ορθοδοξίας δέν υπήρξαν ποτέ επαναστάσεις καί κινήματα διορθωτικά τών τάσεων πού είχε κατά καιρούς η ενότητα. Στήν Ορθοδοξία ανέκαθεν ίσχυσεν ο κανών τού Αποστόλου Παύλου:

Τό σώμα έχει πολλά μέλη καί τό κάθε μέλος έχει τή δική του αποστολή, πού εκπληρούμενη συμβάλλει, μέ τήν αξία καί μοναδικότητά της, στή γενική αρμονία. Τό νά θέλουν όλα τά μέλη νά εκτελούν τήν ίδια λειτουργία στό σώμα αποτελεί ένδειξη σοβαράς ασθένειας τών ίδιων καί τού σώματος. «Μή πάντες απόστολοι; μή πάντες προφήται; μή πάντες διδάσκαλοι; μή πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων; μή πάντες γλώσσαις λαλούσι; μή πάντες διερμηνεύουσι;»

Στό ορθόδοξο ήθος ο σεβασμός τής ιδιαιτερότητος αποτελεί θεμελιώδη αρχή, τήν οποία οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες δέν αποδέχονται εύκολα. Έτσι καί η ιδιαιτερότητα τής γυναίκας καί τών λειτουργημάτων πού επιτελεί μέσα στήν Εκκλησία δέν έχει στήν Ορθόδοξη Εκκλησία τό νόημα τής υποτιμήσεώς της.

Πράγματι, οι γυναίκες όχι μόνο είναι ισότιμες μέ τούς άνδρες, αλλά κατέχουν καί τό κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής, ως αναπόσπαστα μέλη τής δομής τής Εκκλησίας.

Ειδικότερα, η γυναίκα συμβολίζει τήν ίδια τήν Εκκλησία, τόν ναό τού Θεού, πού δέχεται τό σώμα τών πιστών γι αυτό καί τό διακονικό της έργο στήν Εκκλησία είναι έργο αγάπης καί φιλανθρωπίας πρός τόν πλησίον, μέ τήν εσωτερική καί τήν εξωτερική της ιεραποστολή.

Η συμβολική προσφορά τής γυναίκας στήν εκκλησιαστική ζωή είναι έργο πού αγκαλιάζει όλο τό ποίμνιο καί δέν συγκρίνεται μέ αξίωμα αναγόμενο στή συνήθη ιεραρχική δομή.

Η θέση τής γυναίκας στήν Εκκλησία έχει τήν αξία της ήδη από τή Θεοτόκο, πού προβλήθηκε, μέσα στό έργο τής θείας οικονομίας, ως ο τύπος τής Εκκλησίας. Πρίν προχωρήσουμε στήν τυπολογική αυτή σχέση, θά πρέπει νά επισημανθεί ότι ο χριστιανισμός δέν υποβάθμισε τή γυναικεία υπόσταση.

Αντίθετα πρός τόν αρχαίο ελληνικό κόσμο, στόν οποίο η γυναίκα δέν είχε τό δικαίωμα νά αποκτήσει μιά ευρεία μόρφωση καί νά συμμετέχει στίς κοινωνικές εκδηλώσεις τής πόλης, στόν χριστιανικό κόσμο η γυναίκα προσφέρει, διακονεί, ενώ στή χριστιανική διδασκαλία στηρίζονται τά αναγνωρισθέντα σέ αυτήν ανθρώπινα δικαιώματα, πού οδηγούν καί στήν ισοτιμία τών δύο φύλων. «Αρετής δεκτικόν τό θήλυ, ομοτίμως τώ άρρενι παρά τού Κτίσαντος γέγονε.

Τό στερρόν καί εύτονον καί υπομονητικόν εξ ίσου τοίς ανδράσι καί παρ ημών οφείλεται τώ Δεσπότη», είπεν η αγία μάρτυς Ιουλίττα ολίγον πρό τού μαρτυρίου. Καί ο μέγας Βασίλειος παρατηρεί πρός τίς γυναίκες: «Πρός ουδέν υμίν τών αγαθών τό ελάττωμα τής φύσεως εμποδίζει».

Όμως, ο σημαντικός καί διακεκριμένος ρόλος τών γυναικών εκφράζεται στήν τυπολογική αναλογία Εύας-Μαρίας, στήν οποία εμπεριέχεται μία «ανακύκληση», καθώς η ανυπακοή τής Εύας αποκαταστάθηκε μέ τήν αποδοχή τής βουλής τού Θεού διά τού Αγίου Πνεύματος από τήν Παρθένο Μαρία γιά τήν Ενσάρκωση τού Υιού καί Λόγου τού Θεού.

Η Εύα παρίσταται ως η εκπέσουσα αρχαία ανθρωπότητα, η οποία γιά τήν παρακοή της «τήν κατάραν εισωκίσατο», ενώ η Μαρία ως η ανακαίνιση τής αρχαίας πεσούσης ανθρωπότητος, η οποία συντελέσθηκε μέ τή Γέννηση τού Χριστού καί εμφανίζεται ως νέα ανθρωπότητα, η «καινή εν Χριστώ κτίσις».

Από τή θέση αυτή γίνεται κατανοητό ότι τό κεντρικό πρόσωπο στό σχέδιο τής σωτηρίας είναι η Μητέρα τού Θεού, η Θεοτόκος. Αντιπροσωπευτικό τού λειτουργήματός της είναι τό ειδικό λειτούργημα τής γυναίκας, πού τιμάται ως η πηγή τής ζωής καί τής διαιώνισης τού ανθρωπίνου γένους καί ως λειτούργημα σιωπής εύγλωττης.

Η συμβολική επέλευση τού Αγίου Πνεύματος στήν Παρθένο Μαρία αναδεικνύει τήν επικουρική σημασία τού έργου τών γυναικών στό πεδίο τής εκκλησιαστικής δραστηριότητας.

Ήδη από τήν αρχέγονη καί μετέπειτα Βυζαντινή Εκκλησία είχε ανατεθεί στίς γυναίκες αφ ενός μέν η συμμετοχή στή λειτουργική ζωή διά τού θεσμού τών διακονισσών, αφ ετέρου δέ η συνεισφορά των στίς θρησκευτικές καί στίς άλλες ανάγκες τού γυναικείου κόσμου, όπως στά πτωχοκομεία, στά νοσοκομεία, σέ διάφορες αδελφότητες κ.ά.

Κατ ουσίαν, οι γυναίκες είχαν αναλάβει τό κοινωνικό έργο τής Εκκλησίας, καί κυρίως ό, τι αφορούσε στήν περίθαλψη καί στήν ανατροφή τών παιδιών στά διάφορα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μέσα στό πλαίσιο τού γυναικείου ιεραποστολικού έργου δέν πρέπει νά παραλειφθεί η σπουδαιότητα τού γυναικείου μοναχισμού, πού συνέβαλε στήν ανύψωση τής θέσης τών γυναικών στήν Εκκλησία. Μέ αυτό τό πρίσμα δηλώνεται όχι μόνο η κοινωνική προσφορά τών γυναικών στήν κοσμική ζωή, αλλά καί η πνευματική δύναμή τους.

Ο μοναχισμός είναι ένα ιδιαίτερος τρόπος ζωής, τόν οποίο εκούσια διάγουν άνδρες καί γυναίκες καί υπόκεινται στή δοκιμασία καί στήν εγκράτεια ανάλογα μέ τίς ιδιαίτερες κλίσεις τους γεγονός πού αναιρεί τήν πεποίθηση γιά διάκριση αρσενικού καί θηλυκού μέσα στήν Εκκλησία, εφ όσον καί τά δύο φύλα έχουν τό δικαίωμα νά αναχθούν στό θείο, επιτυγχάνοντας τήν υπεροχή τους ενώπιον τού Θεού μέσα από έναν σχετικά δυσκολότερο δρόμο από εκείνον τού εγκόσμιου βίου.

Άν κατανοήσουμε ότι ολόκληρη η χριστιανική διδασκαλία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας επικεντρώνεται στή θεωρητική καί στήν πρακτική σημασία τής έννοιας τής αγάπης, θά διαπιστώσουμε δύο καίρια σημεία γιά τό θέμα μας:

1. Ο ευρύτατος κύκλος τών διακονημάτων, δηλαδή τό λειτουργικό, ποιμαντικό, κατηχητικό, διδακτικό ιεραποστολικό καί κοινωνικό έργο, έχει μεγάλη σπουδαιότητα καί αποτελεί τό υπόβαθρο γιά τό ιερατικό αξίωμα καί τήν εν γένει αποστολή τού ιερέα μέσα στό σώμα τής Εκκλησίας.

Η συμμετοχή τής γυναίκας στά διακονήματα αυτά ενθαρρύνεται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά καί συνδέεται άρρηκτα μέ τήν πνευματικότητά της καί τίς προσωπικές κλίσεις της.

Τά λειτουργήματα η Ορθόδοξη Εκκλησία δέν τά αντιλαμβάνεται ως εξουσία καί δύναμη, αλλά ως διακονία καί θυσία, ως μαρτυρία καί ενίοτε συνεπάγεται τό μαρτύριο. Στή σύγχρονη δυτική σκέψη, πού είναι συνηθισμένη στή διεκδίκηση δικαιωμάτων, τά λειτουργήματα αποτελούν δικαιώματα πρός απολαβήν καί όχι πρός θυσίαν.

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία, αποκλείοντας τή γυναίκα από τήν ιεροσύνη, δέν θεωρεί ότι τήν υποτιμά, μιά καί τής αναγνωρίζει άλλου είδους σημαντικές διακονίες, πού είναι μία άλλη μορφή θυσίας.

Γι αυτό καί οι ορθόδοξες γυναίκες πού διαπνέονται από αυτή τή νοοτροπία δέν συμμερίζονται ούτε τή διαμαρτυρία τών γυναικών άλλων ομολογιών γιά τόν αποκλεισμό των από τήν ιεροσύνη, πού οφείλεται σέ καθαρά δογματικούς καί παραδοσιακούς λόγους, ούτε τόν αγώνα εκείνων γιά τήν κατάκτηση τού οχυρού τής ιεροσύνης.

Αρκούνται στή λειτουργική διακονία τής αγάπης καί τής θυσίας καί αξιοποιούν τά χαρίσματά των στή διακονία τής σύγχρονης κοινωνίας, πού ξηραίνεται καί μαραίνεται από τόν καυστικό λίβα τού ατομισμού καί τού συμφέροντος.

2. Η εκδήλωση τής αγάπης αυτής μέ τήν προσφορά καί τήν ανανέωση τής ενοριακής καί τής καθόλου ζωής τής Εκκλησίας είναι κάτι πού αρμόζει στή γυναίκα, η οποία, εκ φύσεως ευαίσθητη λόγω μητρότητός της, επιδεικνύει πάντοτε μεγάλο ζήλο, πίστη καί αφοσίωση στό κοινωνικό της έργο.

Η γυναίκα, λόγω τής μητρότητος, μάς μαθαίνει νά ζούμε ως πρόσωπα καί όχι ως άτομα, ως όντα σχέσεως καί όχι ως αυτονομημένα καί ανεξάρτητα όντα. Χρειάζεται ο δυτικός πολιτισμός νά αναθεωρήσει τήν έννοια τής ελευθερίας πού κληρονόμησε από τήν κοινή μας χριστιανική παράδοση, εδραίωσε μέ τόν καρτεσιανό διαφωτισμό καί εξάντλησε μέ τόν υπαρξιακό μηδενισμό. Πρέπει νά αντιληφθεί ότι ελευθερία δέν σημαίνει απελευθέρωση από κάποιον ή από κάτι, αλλά γιά κάποιον ή γιά κάτι.

Στό σημείο αυτό θά πρέπει νά τονισθεί η σπουδαιότητα τού σύγχρονου έργου πού έχουν αναλάβει σήμερα οι γυναίκες στόν χώρο τής ενορίας, όπου συχνά δημιουργούνται προβλήματα από τήν ίδια τήν ποιμαίνουσα. Εκκλησία, τής οποίας η υποστήριξη καί η ενθάρρυνση συχνά δέν επαρκούν.

Μάλιστα, η προσφορά τής γυναίκας καί η παρουσία της αποτελούν επιτακτική ανάγκη γιά τό εκκλησιαστικό πλήρωμα, διότι η πνευματική καθοδήγηση, η χριστιανική αγωγή καί η συνείδηση τών πιστών είναι πολύ πιό δύσκολο έργο, σήμερα πού οι κοινωνίες μαστίζονται από αιρέσεις, παραθρησκευτικές οργανώσεις, πολιτικά καί οικονομικά συμφέροντα σέ τοπικό καί διεθνές επίπεδο, τά οποία επικαλύπτονται πίσω από τίς αντιπαραθέσεις τών θρησκειών, κλονίζοντας τήν πίστη καί τίς συνειδήσεις τών λαών.

Η γυναίκα, αποκτώντας ενεργό ρόλο στή ζωή τής ενορίας, δείχνει τόν δρόμο πρός τόν εξανθρωπισμό τής κοινότητας καί συμβάλλει στήν προσφορά τής ευχαριστιακής σύναξης.

Η γυναίκα ενορίτις, η γυναίκα παρασκευάστρια τού προσφόρου, δηλαδή τού άρτου πού θά ευλογηθεί καί θά γίνει Σώμα Χριστού, η γυναίκα ως εκκλησιαστική επίτροπος, η γυναίκα ως κατηχήτρια, ως διακόνισσα τών έργων αγάπης, ως μοναχή, ως ψάλτρια, ως φιλάνθρωπος μέσα στά πλαίσια τής ενορίας μετέχει στά εκκλησιαστικά πράγματα μέ επίγνωση, υπευθυνότητα καί αποδοτικότητα.

Τά τελευταία χρόνια διατυπώνεται, βέβαια, καί στόν χώρο τής Ορθόδοξης Εκκλησίας αρκετά δειλά η διεκδίκηση τής ιεροσύνης γιά τίς γυναίκες. Τό θέμα αυτό πρέπει νά αντιμετωπισθεί μέ εξαιρετικά μεγάλη σοβαρότητα, γιατί κατ αρχήν δέν πρέπει, επαναλαμβάνω, νά αποδοθεί η αρνητική τοποθέτηση τής Ορθόδοξης Εκκλησίας σέ οποιεσδήποτε προκαταλήψεις απέναντι στό γυναικείο φύλο ή σέ μιά προϊούσα τάση υποβάθμισης τής σημασίας τής γυναικείας παρουσίας μέσα στή χριστιανική κοινωνία. Χωρίς νά θέλω νά προκαταλάβω τό συνέδριο υπαγορεύοντας τά συμπεράσματά του στό συγκεκριμένο θέμα τής χειροτονίας τών γυναικών, θά ήθελα απλώς νά υπενθυμίσω σέ γενικές γραμμές τά επιχειρήματα πού προβάλλονται γιά τήν απόρριψη τής μυστηριακής ιεροσύνης τών γυναικών.

Πρωτεύουσα θέση μεταξύ τών επιχειρημάτων κατέχει η προβολή τής παραδοσιακής τακτικής τής Εκκλησίας, τό γεγονός δηλαδή ότι ο Ιησούς δέν επέλεξε γυναίκες μεταξύ τών δώδεκα Αποστόλων, μολονότι δέν έλειπαν οι γυναίκες από τόν ευρύτερο κύκλο τών μαθητών Του. Εξαίρεση δέν απετέλεσε ούτε η ίδια η Θεοτόκος, διά τής οποίας τελειοποιήθηκε τό έργο τής «εν Χριστώ» οικονομίας. Τό παράδειγμα τού Κυρίου ακολούθησαν καί οι Απόστολοι, πού δέν χειροτόνησαν γυναίκες. Ο Απόστολος Παύλος, μάλιστα, ρητώς τής αποκλείει από τό ιερατείο. Από τήν πρακτική αυτή δέν απομακρύνθηκε η Εκκλησία στή διάρκεια τού δισχιλιετούς βίου της.

Οι υποστηρικτές τής ιεροσύνης τών γυναικών παραγνωρίζουν τό θεολογικό νόημα τής ιεροσύνης. Ο ιερεύς δέν ενεργεί ως όργανο εξουσιοδοτημένο κατά τήν άσκηση τών τελετουργικών του καθηκόντων, αλλά είναι αυτή η ίδια η σωματική παρουσία τού Ιησού Χριστού. Η ορθόδοξη, δηλαδή, θεολογία ταυτίζει τόν λειτουργό ιερέα μέ τόν Ιδρυτή τής Εκκλησίας. Παρίσταται, μέ άλλες λέξεις, «εις τύπον καί τόπον Χριστού», κατά τήν φρασεολογία τών Πατέρων. Περαιτέρω, κατά τήν ανθρώπινή Του υπόσταση, ο Ιησούς Χριστός ήταν άνδρας. Στήν εκκλησιαστική γλώσσα τό πρόσωπό Του λέγεται «θεανδρικό». Αυτή, λοιπόν, η ταύτιση απετέλεσε τή βάση γιά τήν παροχή τού χαρίσματος τής ιεροσύνης μόνο σέ άνδρες.

Άλλο, τέλος, επιχείρημα αναφέρεται στόν νυμφικό συμβολισμό τού Χριστού καί τής Εκκλησίας. Ο συμβολισμός επιβάλλει νά είναι ο τελετουργός τών Μυστηρίων άνδρας, εφ όσον παρίσταται «εις τόπον Χριστού», τού νυμφίου τής Εκκλησίας.