Το Ευαγγέλιο του Σαββάτου 12 Μαρτίου 2022

451

: ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β/ 23 – 28 – 23 Καί εγένετο παραπορεύεσθαι αυτόν εν τοίς σάββασι διά τών σπορίμων, καί ήρξαντο οι μαθηταί αυτού οδόν ποιείν τίλλοντες τούς στάχυας.

24 καί οι Φαρισαίοι έλεγον αυτώ Ίδε τί ποιούσιν εν τοίς σάββασιν ό ουκ έξεστι.

25 καί αυτός έλεγεν αυτοίς Ουδέποτε ανέγνωτε τί εποίησε Δαυίδ ότε χρείαν έσχε καί επείνασεν αυτός καί οι μετ αυτού;

26 πώς εισήλθεν εις τόν οίκον τού Θεού επί Αβιάθαρ αρχιερέως καί τούς άρτους τής προθέσεως έφαγεν, ούς ουκ έξεστι φαγείν ει μή τοίς ιερεύσι, καί έδωκε καί τοίς σύν αυτώ ούσι;

27 καί έλεγεν αυτοίς Τό σάββατον διά τόν άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά τό σάββατον

28 ώστε κύριός εστιν ο υιός τού ανθρώπου καί τού σαββάτου.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Γ/ 1 – 5

1 Καί εισήλθε πάλιν εις τήν συναγωγήν καί ήν εκεί άνθρωπος εξηραμμένην έχων τήν χείρα.

2 καί παρετήρουν αυτόν ει τοίς σάββασι θεραπεύσει αυτόν, ίνα κατηγορήσωσιν αυτού. 3 καί λέγει τώ ανθρώπω τώ εξηραμμένην έχοντι τήν χείρα Έγειρε εις τό μέσον.

4 καί λέγει αυτοίς Έξεστιν τοίς σάββασιν αγαθοποιήσαι ή κακοποιήσαι; ψυχήν σώσαι ή αποκτείναι; οι δέ εσιώπων.

5 καί περιβλεψάμενος αυτούς μετ οργής, συλλυπούμενος επί τή πωρώσει τής καρδίας αυτών, λέγει τώ ανθρώπω Έκτεινον τήν χείρά σου. καί εξέτεινε, καί αποκατεστάθη η χείρ αυτού υγιής ως η άλλη.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β/ 23 – 28

23 Καί συνέβη νά βαδίζη αυτός εν ημέρα Σαββάτου κατά μήκος τού δρόμου, πού ανοίγετο μέσα εις σπαρμένα χωράφια. Καί τόν δρόμον αυτόν ήρχισαν νά τόν ανοίγουν οι μαθηταί του, οι οποίοι πεινασμένοι εμαδούσαν καί έτρωγον τά στάχυα διά νά χορτάσουν.

24 Καί οι Φαρισαίοι τού έλεγαν Κύτταξε, τί κάνουν τήν ημέραν τού Σαββάτου οι μαθηταί σου. Κόπτουν καί μαδούν στάχυα, έργον πού δέν είναι επιτετραμμένον, διότι μέ αυτό βεβηλώνεται τό Σάββατον.

25 Αλλά καί αυτός τούς είπε Δέν ανεγνώσατέ ποτέ, τί έκαμεν ο Δαβίδ, όταν έλαβεν ανάγκην καί επείνασε καί αυτός καί εκείνοι, πού ήσαν μαζί του;

26 Πώς δηλαδή εμβήκεν εις τόν οίκον τού Θεού, όταν ήτο αρχιερεύς ο Αβιάθαρ, καί έφαγε τούς άρτους, πού ήσαν βαλμένοι ως θυσία εις τόν Θεόν επάνω εις τήν ιεράν τράπεζαν τής σκηνής, καί τούς οποίους δέν επιτρέπεται νά φάγη κανείς, παρά μόνον εις τούς ιερείς είναι επιτετραμμένον νά τρώγουν αυτούς, καί έδωκεν ο Δαβίδ από τούς άρτους τούτους καί εις εκείνους πού ήσαν μαζί του; Καί όμως εις τήν περίστασιν εκείνην, ούτε ο Θεός ωργίσθη, ούτε η Γραφή απεδοκίμασε τήν πράξιν αυτήν.

27 Καί έλεγεν εις αυτούς Ο θεσμός τού Σαββάτου έγινε διά τόν άνθρωπον, πρός τόν σκοπόν νά παιδαγωγηθή ούτος καί οδηγηθή εις ηθικήν τελειότητα. Καί δέν έγινεν ο άνθρωπος διά τό Σάββατον, διά νά δουλεύη ως φοβισμένος σκλάβος εις ένα νεκρόν καί ξηρόν τύπον.

28 Αφού δέ τό Σάββατον ωρίσθη διά νά υποβοηθήση πρός τελειοποίησιν τόν άνθρωπον, βγαίνει τό συμπέρασμα, ότι ο Υιός τού ανθρώπου, πού είναι ο τέλειος καί κατ εξοχήν εξυψωμένος ηθικώς αντιπρόσωπος τής ανθρωπότητος καί πού αυτός ως Θεός ώρισε τόν θεσμόν τού Σαββάτου, είναι κύριος καί τού Σαββάτου καί έχει εξουσίαν καί τόν θεσμόν τούτον νά τροποποιήση. Εκείνο λοιπόν πού έκαμαν τώρα οι μαθηταί, τό έκαμαν μέ τήν σιωπηράν συγκατάθεσιν εκείνου, πού είναι κύριος τού Σαββάτου.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Γ/ 1 – 5

1 Καί εμβήκε πάλιν εις τήν συναγωγήν. Καί ήτο εκεί ένας άνθρωπος, πού είχε ξηρόν καί ακίνητον τό χέρι του.

2 Καί τόν παρηκολούθουν προσεκτικά νά ίδουν, εάν θά τόν θεραπεύση κατά τήν ημέραν τού Σαββάτου, διά νά τόν κατηγορήσουν ότι κατέλυε τό Σάββατον.

3 Καί λέγει εις τόν άνθρωπον, πού είχε τό ξηρόν καί ακίνητον χέρι Σήκω καί στάσου εις τό μέσον τής συναγωγής.

4 Καί τούς λέγει Είναι επιτετραμμένον κατά τήν ημέραν τού Σαββάτου νά κάνη ο άνθρωπος καλόν καί νά ευεργετήση μέ αυτό τόν πλησίον του ή μπορεί νά παραλείψη τήν ευεργεσίαν καί έτσι νά γίνη αίτιος κακού καί βλάβης εις τόν πλησίον; Επιτρέπεται κατά τό Σάββατον νά σώση ο άνθρωπος τήν ζωήν τού πλησίον ή επιτρέπεται νά μή τόν βοηθήση κινδυνεύοντα καί έτσι εμμέσως νά τόν φονεύση; Αυτοί δέ εσιώπων.

5 Καί αφού έρριψεν ο Ιησούς τριγύρω τους βλέμμα, πού εφανέρωνε τήν ιεράν αγανάκτησίν του, ενώ συγχρόνως ελυπείτο εκ συμπαθείας πρός αυτούς, διότι η καρδία των ήτο πεπωρωμένη καί σκληρά καί εκινδύνευαν νά μείνουν αδιόρθωτοι, λέγει εις τόν άνθρωπον Εξάπλωσε τό χέρι σου. Αυτός δέ, μολονότι από τήν ασθένειάν του ημποδίζετο νά πράξη τούτο, όμως φανερώνων τήν πίστιν του κατέβαλε προσπάθειαν καί τό εξάπλωσε. Καί έγινε πάλιν υγιές τό χέρι του, σάν τό άλλο.