Το Ευαγγέλιο της Τετάρτης 19 Ιανουαρίου 2022

286

: ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Δ/ 35 – 41 – 35 Καί λέγει αυτοίς εν εκείνη τή ημέρα οψίας γενομένης Διέλθωμεν εις τό πέραν.

36 καί αφέντες τόν όχλον παραλαμβάνουσιν αυτόν ως ήν εν τώ πλοίω καί άλλα δέ πλοία ήν μετ αυτού.

37 καί γίνεται λαίλαψ ανέμου μεγάλη, τά δέ κύματα επέβαλλεν εις τό πλοίον, ώστε ήδη αυτό βυθίζεσθαι.

38 καί ήν αυτός επί τή πρύμνη επί τό προσκεφάλαιον καθεύδων καί διεγείρουσιν αυτόν καί λέγουσιν αυτώ Διδάσκαλε, ου μέλει σοι ότι απολλύμεθα;

39 καί διεγερθείς επετίμησε τώ ανέμω καί είπε τή θαλάσση Σιώπα, πεφίμωσο. καί εκόπασεν ο άνεμος, καί εγένετο γαλήνη μεγάλη.

40 καί είπεν αυτοίς Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν; 41 καί εφοβήθησαν φόβον μέγαν καί έλεγον πρός αλλήλους Τίς άρα ούτός εστιν, ότι καί ο άνεμος καί η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ;

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Δ/ 35 – 41

35 Καί όταν εβράδυασε κατ εκείνην τήν ημέραν, πού είπε τάς παραβολάς αυτάς, λέγει εις αυτούς Άς περάσωμεν απέναντι.

36 Καί αφού αφήκε τό πλήθος τού λαού εις τήν παραλίαν, τόν παίρνουν μαζί των οι μαθηταί, όπως ήτο ο Κύριος μέσα εις τό πλοίον, από τό οποίον προηγουμένως εδίδασκε τά πλήθη. Ήσαν δέ καί άλλα πλοιάρια, πού έπλεαν μαζί μέ τό πλοίον τού Κυρίου.

37 Καί γίνεται μεγάλη ανεμοζάλη, τά κύματα δέ έκτυπούσαν επάνω εις τό πλοίον, ώστε εκινδύνευε πλέον αυτό νά βυθισθή.

38 Καί εξηκολούθει αυτός νά κοιμάται εις τήν πρύμνην εις τό επάνω μέρος τού θρανίου, πού ήτο εκεί. Καί τόν εξύπνησαν καί τού είπαν Διδάσκαλε, δέν σέ μέλει πού χανόμεθα;

39 Καί αφού εσηκώθη, επέπληξε τόν άνεμον καί είπεν εις τήν θάλασσαν Σώπα, βουβάθητι. Καί κατέπεσεν ο άνεμος καί έγινε μεγάλη γαλήνη εις τήν θάλασσαν.

40 Καί είπεν εις αυτούς Διατί είσθε τόσον δειλοί, ώστε νά τά χάνετε; Αφού τόσα θαύματα μέ είδατε νά κάνω, πώς δέν έχετε πίστιν ακλόνητον, ώστε νά μή ανησυχήτε, όταν μέ έχετε πλησίον σας;

41 Καί εφοβήθησαν φόβον ευλαβείας μεγάλον διά τήν παρουσίαν καί ενέργειαν τής θείας δυνάμεως. Καί έλεγαν μεταξύ τους ο ένας εις τόν άλλον Ποίος λοιπόν νά είναι αυτός; Είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι τόν εθεωρούσαμεν έως τώρα, διότι καί ο άνεμος καί η θάλασσα τόν υπακούουν.