Το Ευαγγέλιο της Πέμπτης 2 Δεκεμβρίου 2021

203

: ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Κ/ 9 – 18 – 9 Ήρξατο δέ πρός τόν λαόν λέγειν τήν παραβολήν ταύτην Άνθρωπός τις εφύτευσεν αμπελώνα, καί εξέδετο αυτόν γεωργοίς καί απεδήμησε χρόνους ικανούς.

10 καί εν τώ καιρώ απέστειλε πρός τούς γεωργούς δούλον ίνα από τού καρπού τού αμπελώνος δώσωσιν αυτώ οι δέ γεωργοί δείραντες αυτόν εξαπέστειλαν κενόν.

11 καί προσέθετο αυτοίς πέμψαι έτερον δούλον. οι δέ κακείνον δείραντες καί ατιμάσαντες εξαπέστειλαν κενόν.

12 καί προσέθετο πέμψαι τρίτον. οι δέ καί τούτον τραυματίσαντες εξέβαλον.

13 είπε δέ ο κύριος τού αμπελώνος τί ποιήσω; πέμψω τόν υιόν μου τόν αγαπητόν ίσως τούτον ιδόντες εντραπήσονται.

14 ιδόντες δέ αυτόν οι γεωργοί διελογίζοντο πρός εαυτούς λέγοντες ούτός εστιν ο κληρονόμος δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν, ίνα ημών γένηται η κληρονομία.

15 καί εκβαλόντες αυτόν έξω τού αμπελώνος απέκτειναν. τί ούν ποιήσει αυτοίς ο κύριος τού αμπελώνος;

16 ελεύσεται καί απολέσει τούς γεωργούς τούτους, καί δώσει τόν αμπελώνα άλλοις. ακούσαντες δέ είπον Μή γένοιτο.

17 ο δέ εμβλέψας αυτοίς είπε Τί ούν εστι τό γεγραμμένον τούτο, λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας;

18 πάς ο πεσών επ εκείνον τόν λίθον συνθλασθήσεται εφ όν δ άν πέση, λικμήσει αυτόν.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Κ/ 9 – 18

9 Ήρχισε δέ νά λέγη πρός τόν λαόν τήν ακόλουθον παραβολήν Ένας άνθρωπος εφύτευσεν άμπελον· Ο Θεός δηλαδή παρεσκεύασε καί επεμελήθη ως λαόν ιδικόν του τόν Ιουδαϊκον λαόν. Καί ενοικίασε τήν άμπελόν του αυτήν εις γεωργούς καί ανεχώρησεν εις ξένην χώραν δι αρκετά χρόνια. Ενεπιστεύθη δηλαδή ο Θεός τόν λαόν του εις τούς αρχιερείς καί τούς άρχοντας διά νά τόν καλλιεργήσουν πρός παραγωγήν έργων πίστεως καί αρετής.

10 Καί εις τόν κατάλληλον χρόνον, δηλαδή εις τόν καιρόν τής εσοδείας, απέστειλε πρός τούς γεωργούς δούλον, διά νά τού δώσουν μέρος από τόν καρπόν τής αμπέλου. Οι γεωργοί όμως αφού έδειραν αυτόν, τόν εδίωξαν μέ αδειανά χέρια. Έστειλε δηλαδή ο Θεός τήν πρώτην σειράν τών προφητών διά νά διαπιστώσουν τά έργα τής αρετής, πού ώφειλεν ως άλλη καλλιεργημένη άμπελος νά καρποφορήση ο τόσον ευνοηθείς από τόν Θεόν λαός. Αλλ η πρώτη αυτή σειρά τών προφητών εστάλη ματαίως καί χωρίς κανέν αγαθόν αποτέλεσμα.

11 Καί προσθέτως απεφάσισεν ο οικοδεσπότης νά αποστείλη εις αυτούς άλλον δούλον αυτοί δέ, αφού έδειραν καί ητίμασαν καί εκείνον, τόν εδίωξαν μέ αδειανά χέρια. Μέ άλλας λέξεις καί δευτέρα σειρά προφητών απεστάλη, αλλά αντί εκ τής διδασκαλίας τούτων νά συνέλθουν οι άρχοντες τού Ισραήλ καί νά στηριχθούν εις τήν υπακοήν πρός τόν Θεόν καί εις τήν εργασίαν τής αρετής, εκακομεταχειρίσθησαν καί αυτήν τήν σειράν περισσότερον από τήν πρώτην.

12 Καί επρόσθεσε καί τρίτην αποστολήν έστειλε λοιπόν πάλιν τρίτον δούλον. Αυτοί όμως, αφού ετραυμάτισαν καί αυτόν, τόν έβγαλαν έξω από τήν άμπελον. Η τρίτη δηλαδή σειρά τών προφητών έτυχε πολύ μεγαλυτέρας κακομεταχειρίσεως.

13 Είπε δέ ο Κύριος τής αμπέλου Τί νά κάμω; Άν στείλω καί άλλον δούλον, δέν υπάρχει ελπίς νά μεταχειρισθούν καί τούτον καλύτερον. Θά στείλω τόν υιόν μου τόν αγαπητόν. Ίσως όταν ίδουν αυτόν, θά εντραπούν. Καί έστειλε τόν ενανθρωπήσαντα υιόν του, τόν Κύριον Ιησούν Χριστόν.

14 Όταν όμως οι γεωργοί είδον αυτόν, εσκέπτοντο μεταξύ των καί έλεγαν Αυτός είναι ο κληρονόμος τής αμπέλου. Ελάτε νά τόν φονεύσωμεν, διά νά γίνη η άμπελος κληρονομία ιδική μας, καί ανενόχλητοι πλέον νά εξουσιάζωμεν τήν συναγωγήν καί νά εκμεταλλευώμεθα αυτήν.

15 Καί αφού τόν έβγαλαν έξω από τήν άμπελον, τόν εφόνευσαν. Τί λοιπόν θά κάμη εις αυτούς ο κύριος τής αμπέλου:

16 Θά έλθη αυτοπροσώπως πλέον καί θά εξολοθρεύση τούς γεωργούς αυτούς καί θά δώση τήν άμπελον εις άλλους. Μερικοί δέ από τούς ανθρώπους τού λαού, όταν ήκουσαν τήν παραβολήν, είπαν Ο Θεός νά φυλάξη, ώστε νά μή μάς γίνη ένας τέτοιος εξολοθρευμός.

17 Ο Κύριος δέ τούς παρετήρησε μέ ζωηρόν βλέμμα, διά να τούς προσελκύση τό ενδιαφέρον καί τήν προσοχήν, καί τούς είπε Εάν σύμφωνα μέ τήν ευχήν σας δέν επέλθη η καταστροφή, πού σάς προείπον, ποίαν λοιπόν έννοιαν καί σημασίαν έχει αυτό, πού είναι γραμμένον από τό Άγιον Πνεύμα; Λίθον,τόν οποίον επέταξαν ως ακατάλληλον οι κτίσται, αυτός έγινε τής όλης οικοδομής η κεφαλή καί ακρογωνιαίος λίθος. Δηλαδή εγώ, τόν οποίον σείς οι αρχιερείς καί γραμματείς, πού έχετε καθήκον καί έργον νά οικοδομήτε τόν λαόν τού Κυρίου, απερρίψατε σάν άλλον λίθον ακατάλληλον διά τό οικοδόμημα τού Θεού, έγινα θεμέλιον καί αγκωνάρι, πού βαστά καί συνδέει ολόκληρον τήν οικοδομήν καί συνενώνει εις ένα λαόν τούς Ισραηλίτας καί τούς εθνικούς, όπως τό αγκωνάρι συνδέει δύο τοίχους.

18 Καί καθένας πού θά επιπέση μέ εχθρικάς διαθέσεις επάνω εις τόν λίθον εκείνον, θά τσακισθή εκείνον δέ επί τού οποίου θά πέση βαρύς ο λίθος αυτός, θά τόν κάμη θρύμματα καί θά τόν σκορπίση σάν σκόνην. Όλεθρος δηλαδή καί αφανισμός επιφυλάσσεται εις εκείνον, πού θά πολεμήση τόν Χριστόν.