Το Ευαγγέλιο της Πέμπτης 18 Νοεμβρίου 2021

124

: ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 1 – 9 – 1 Έλεγε δέ καί πρός τούς μαθητάς αυτού Άνθρωπός τις ήν πλούσιος, ός είχεν οικονόμον, καί ούτος διεβλήθη αυτώ ως διασκορπίζων τά υπάρχοντα αυτού.

2 καί φωνήσας αυτόν είπεν αυτώ τί τούτο ακούω περί σού; απόδος τόν λόγον τής οικονομίας σου ου γάρ δύνη έτι οικονομείν. 3 είπε δέ εν εαυτώ ο οικονόμος τί ποιήσω, ότι ο κύριός μου αφαιρείται τήν οικονομίαν απ εμού; σκάπτειν ουκ ισχύω, επαιτείν αισχύνομαι

4 έγνων τί ποιήσω, ίνα, όταν μετασταθώ εκ τής οικονομίας, δέξωνταί με εις τούς οίκους εαυτών.

5 καί προσκαλεσάμενος ένα έκαστον τών χρεοφειλετών τού κυρίου έλεγε τώ πρώτω πόσον οφείλεις σύ τώ κυρίω μου; 6 ο δέ είπεν εκατόν βάτους ελαίου. καί είπεν αυτώ δέξαι σου τό γράμμα καί καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.

7 έπειτα ετέρω είπε σύ δέ πόσον οφείλεις; ο δέ είπεν εκατόν κόρους σίτου. καί λέγει αυτώ δέξαι σου τό γράμμα καί γράψον ογδοήκοντα.

8 καί επήνεσεν ο κύριος τόν οικονόμον τής αδικίας, ότι φρονίμως εποίησεν ότι οι υιοί τού αιώνος τούτου φρονιμώτεροι υπέρ τούς υιούς τού φωτός εις τήν γενεάν τήν εαυτών εισι.

9 καγώ υμίν λέγω ποιήσατε εαυτοίς φίλους εκ τού μαμωνά τής αδικίας, ίνα, όταν εκλίπητε, δέξωνται υμάς εις τάς αιωνίους σκηνάς.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 1 – 9

1 Οι Φαρισαίοι όμως κατείχοντο καί από άλλην κακίαν. Ήσαν φιλάργυροι καί κατεκράτουν τόν πλούτον εγωϊστικώς διά μόνον τόν εαυτόν τους. Είπε λοιπόν ο Κύριος πρός τούς μαθητάς του καί τήν ακόλουθον παραβολήν, διά νά τούς διδάξη, πώς πρέπει ο καθένας νά χρησιμοποιή τόν πλούτον Ήτο κάποιος άνθρωπος πλούσιος, ο οποίος είχεν επιστάτην καί διαχειριστήν τής περιουσίας του. Καί τόν επιστάτην αυτόν κατηγόρησαν εις τόν κύριόν του, ότι διασκορπίζει καί σπαταλά τήν περιουσίαν του.

2 Καί αφού τόν εφώναξεν ο κύριος, τού είπε Τί είναι αυτό, πού ακούω διά σέ; Δώσε μου λογαριασμόν τής διαχειρίσεώς σου, διότι δέν θά ημπορέσης πλέον εις τό μέλλον νά είσαι διαχειριστής καί επιστάτης.

3 Είπε δέ καθ εαυτόν ο οικονόμος Τί νά κάμω, διότι ο κύριός μου παίρνει τήν διαχείρισιν από εμέ; Νά σκάπτω εις τά χωράφια δέν ημπορώ νά ζητιανεύω εντρέπομαι.

4 Εύρον καί απεφάσισα τί νά κάμω, διά νά μέ δεχθούν άνθρωποι εις τά σπίτια των καί μέ φιλοξενήσουν, όταν θά αποπεμφθώ από τήν διαχείρισιν.

5 Καί αφού προσεκάλεσε τούς χρεωφειλέτας τού κυρίου του τόν καθένα χωριστά, είπεν εις τόν πρώτον Πόσον οφείλεις σύ εις τόν κύριόν μου;

6 Αυτός δέ είπεν εκατόν μισοβάρελα λάδι, δηλαδή 2.700 οκάδες περίπου. Καί ο διαχειριστής τού είπε Πάρε τό γραμμάτιόν σου καί αφού καθίσης γράψε γρήγορα πενήντα μισοβάρελα.

7 Έπειτα είπεν εις άλλον χρεοφειλέτην Σύ δέ πόσα χρεωστείς; Αυτός δέ τού είπεν εκατόν σάκκους σιτάρι τών τριανταέξ οκάδων, δηλαδή 3.600 οκάδες. Καί τότε τού είπεν ο διαχειριστής Πάρε τό γραμμάτιόν σου καί αντί εκατόν γράψε ογδοήκοντα. Έτσι ο διαχειριστής ηδίκησε μέν τόν κύριόν του, ως πρός τόν εαυτόν του όμως εφέρθη φρόνιμα καί συνετά.

8 Καί ο κύριος επήνεσε τόν διαχειριστήν, όχι βέβαια διά τήν αδικίαν πού τού έκαμε, καί διά τήν οποίαν τόν αποκαλεί οικονόμον τής αδικίας, αλλά διότι ενήργησε φρόνιμα καί προβλεπτικά διά τόν εαυτόν του. Άς μή φανή δέ εις κανένα παράδοξον, ότι ο οικονόμος αυτός ενήργησε τόσον φρόνιμα, διότι οι άνθρωποι, πού είναι προσκολλημένοι εις τόν μάταιον αυτόν κόσμον, προκειμένου νά εξασφαλίσουν τά επίγεια συμφέροντά των, αποδεικνύονται προνοητικώτεροι κατά τήν συμπεριφοράν των καί τάς σχέσεις των πρός τούς ανθρώπους τής τάξεως καί εποχής τών περισσότερον παρ όσον είναι φρόνιμοι καί προνοητικοί διά τήν επιδίωξιν καί εξασφάλισιν τών πνευματικών αγαθών οι άνθρωποι εκείνοι, πού εφωτίσθησαν από τήν αλήθειαν καί έγιναν υιοί φωτός.

9 Καί εγώ σάς λέγω, όπως εγκαίρως εφρόντισεν ο άδικος αυτός διαχειριστής νά εξασφαλίση τήν φιλίαν τών οφειλετών τού κυρίου του, έτσι καί σείς φροντίσατε νά κάμετε διά τό καλόν σας φίλους από τόν πλούτον, πού είναι άδικος, διότι αι μεγάλαι περιουσίαι μέ αδικίαν επισωρεύονται καί αδικίαν μεγάλην διαπράττει αυτός, πού μόνον διά τόν εαυτόν του κατακρατεί τά πλούτη. Κάμετε λοιπόν καί σείς φίλους από τόν άδικον μαμωνάν αγαθοεργούντες καί ευεργετούντες τούς ομοίους σας, ώστε, όταν αποθάνετε, νά σάς υποδεχθούν οι φίλοι αυτοί εις τάς αιωνίους σκηνάς τού Παραδείσου.