Το Ευαγγέλιο της Παρασκευής 31 Δεκεμβρίου 2021

166

: ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΒ/ 1 – 12 – 1 Καί ήρξατο αυτοίς εν παραβολαίς λέγειν Αμπελώνα εφύτευσεν άνθρωπος, καί περιέθηκε φραγμόν καί ώρυξεν υπολήνιον καί ωκοδόμησε πύργον, καί εξέδετο αυτόν γεωργοίς καί απεδήμησε.

2 καί απέστειλε πρός τούς γεωργούς τώ καιρώ δούλον, ίνα παρά τών γεωργών λάβη από τού καρπού τού αμπελώνος.

3 καί λαβόντες αυτόν έδειραν καί απέστειλαν κενόν.

4 καί πάλιν απέστειλε πρός αυτούς άλλον δούλον κακείνον λιθοβολήσαντες εκεφαλαίωσαν καί απέστειλαν ητιμωμένον.

5 καί πάλιν άλλον απέστειλε κακείνον απέκτειναν, καί πολλούς μέν άλλους, ούς μέν δέροντες, ούς δέ αποκτέννοντες.

6 έτι ούν ένα υιόν έχων, αγαπητόν αυτού, απέστειλε καί αυτόν έσχατον πρός αυτούς λέγων ότι εντραπήσονται τόν υιόν μου.

7 εκείνοι δέ οι γεωργοί, θεασάμενοι αυτόν ερχόμενον, πρός εαυτούς είπον ότι ούτός εστιν ο κληρονόμος δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν, καί ημών έσται η κληρονομία.

8 καί λαβόντες απέκτειναν αυτόν καί εξέβαλον αυτόν έξω τού αμπελώνος.

9 τί ούν ποιήσει ο κύριος τού αμπελώνος; ελεύσεται καί απολέσει τούς γεωργούς τούτους, καί δώσει τόν αμπελώνα άλλοις.

10 ουδέ τήν γραφήν ταύτην ανέγνωτε, λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας

11 παρά Κυρίου εγένετο αύτη, καί έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;

12 Καί εζήτουν αυτόν κρατήσαι, καί εφοβήθησαν τόν όχλον έγνωσαν γάρ ότι πρός αυτούς τήν παραβολήν είπε. καί αφέντες αυτόν απήλθον.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΒ/ 1 – 12

1 Καί ήρχισε νά ομιλή πρός αυτούς μέ παραβολάς ένας άνθρωπος εφύτευσε άμπελον, καί έβαλε τριγύρω απ αυτήν φράχτην καί έσκαψε κάτω από τόν ληνόν στέρναν διά νά μαζεύεται εκεί ο μούστος, καί έκτισε πύργον διά νά μένουν εις αυτόν οι φύλακες καί εργάται, καί τήν ενεπιστεύθη εις γεωργούς καί ανεχώρησεν εις άλλην χώραν. Ο Θεός δηλαδή παρεσκεύασε καί επεμελήθη ως ιδικόν του λαόν τόν Ιουδαϊκόν λαόν. Καί ενεπιστεύθη τούτον εις τούς αρχιερείς καί τούς άρχοντας, διά νά τόν καλλιεργήσουν πρός παραγωγήν έργων πίστεως καί αρετής.

2 Καί εις τήν κατάλληλον εποχήν τής εσοδείας απέστειλε πρός τούς γεωργούς δούλον, διά νά παραλάβη από τούς γεωργούς μέρος από τόν καρπόν τής αμπέλου. Έστειλε δηλαδή ο Θεός τήν πρώτην σειράν τών προφητών, διά νά διαπιστώσουν τά έργα τής αρετής, πού ώφειλεν ως άλλη καλλιεργημένη άμπελος νά καρποφορήση ο τόσον ευνοηθείς από τόν Θεόν λαός.

3 Αυτοί όμως, αφού έπιασαν τόν δούλον αυτόν, τόν έδειραν καί τόν έδιωξαν μέ αδειανά χέρια. Η πρώτη σειρά τών προφητών εστάλη εις τόν Ισραήλ ματαίως καί χωρίς κανέν αγαθόν αποτέλεσμα.

4 Καί επρόσθεσεν ο Θεός καί δευτέραν αποστολήν. Έστειλε πάλιν πρός τούς γεωργούς άλλον δούλον. Καί εκείνον αφού τόν ελιθοβόλησαν, τού έσπασαν τήν κεφαλήν καί τόν εδίωξαν ατιμασμένον. Καί τήν δευτέραν λοιπόν αποστολήν τών προφητών οι άρχοντες τών Ιουδαίων εκακομεταχειρίσθησαν περισσότερον από τήν πρώτην.

5 Καί επρόσθεσε καί τρίτην καί άλλας αποστολάς. Πάλιν δηλαδή απέστειλεν άλλον δούλον. Καί εκείνον τόν εφόνευσαν καί πολλούς άλλους εκακομεταχειρίσθησαν, άλλους μέν δέρνοντες, άλλους δέ φονεύοντες.

6 Είχε λοιπόν ακόμη ένα υιόν, αγαπημένον του καί απέστειλεν είς τό τέλος καί αυτόν πρός αυτούς λέγων, ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει τουλάχιστον νά εντραπούν τόν υιόν μου. Έστειλε λοιπόν καί τόν υιόν του, τόν Ιησούν Χριστόν.

7 Οι γεωργοί όμως εκείνοι είπον μεταξύ τους, ότι αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε, άς τόν φονεύσωμεν, καί θά είναι ιδική μας η κληρονομία. Ανενόχλητοι πλέον θά εξουσιάζωμεν τήν συναγωγήν καί θά εκμεταλλευώμεθα αυτήν.

8 Καί αφού τόν έπιασαν, τόν εφόνευσαν καί τό σώμα του τό έβγαλαν έξω από τήν άμπελον.

9 Τί λοιπόν θά κάμη εις αυτούς ο κύριος τής αμπέλου; Θά έλθη καί θά εξολοθρεύση τούς γεωργούς αυτούς καί θά δώση τήν άμπελον εις άλλους. Πράγματι δέ, αφού εξωλόθρευσε τούς Ιουδαίους καί κατέστρεψε διά τών Ρωμαίων τήν Ιερουσαλήμ, παρέδωκε τήν άμπελόν του εις τόν νέον Ισραήλ τής χάριτος, εις τούς Αποστόλους καί τούς διαδόχους των, πρός καρποφόρον καλλιέργειαν.

10 Καί εξηκολούθησεν ο Κύριος: Δέν ανεγνώσατε ούτε κάν τό χωρίον αυτό τής Γραφής; Λίθον, τόν οποίον απέρριψαν ως ακατάλληλον οι κτίσται, αυτός έγινε τής όλης οικοδομής κεφαλή καί ακρογωνιαίος λίθος;

11 Από τόν Κύριον έγινεν η τοποθέτησις αυτή τού λίθου καί είναι θαυμαστή εις τά μάτια ημών τών πιστών. Δηλαδή, εγώ, τόν οποίον σάν άλλον λίθον απερρίψατε ως ακατάλληλον εν τή οικοδομή τού Θεού, έγινα τής όλης οικοδομής κεφαλή καί συνήνωσα τούς λαούς εις μίαν Εκκλησίαν. Τό θαυμαστόν δέ εις τά μάτια όλων τών πιστών γεγονός τούτο έγινεν από τόν Κύριον.

12 Καί εζήτουν οι αρχιερείς νά τόν συλλάβουν, καί εφοβήθησαν τόν λαόν. Εζήτουν δέ νά τόν συλλάβουν, διότι εκατάλαβαν, ότι δι αυτούς είπε τήν παραβολήν. Καί αφού τόν αφήκαν, έφυγαν.