Το Ευαγγέλιο της Παρασκευής 29 Ιανουαρίου 2021

1243

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ε/ 22 – 24: 22 Καί έρχεται είς τών αρχισυναγώγων, ονόματι Ιάειρος, καί ιδών αυτόν πίπτει πρός τούς πόδας αυτού…

23 καί παρεκάλει αυτόν πολλά, λέγων ότι Τό θυγάτριόν μου εσχάτως έχει ίνα ελθών επιθής αυτή τάς χείρας, όπως σωθή καί ζήσεται. 24 καί απήλθε μετ αυτού καί ηκολούθει αυτώ όχλος πολύς, καί συνέθλιβον αυτόν.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ε/ 35 – 50
35 Έτι αυτού λαλούντος έρχονται από τού αρχισυναγώγου λέγοντες ότι Η θυγάτηρ σου απέθανε τί έτι σκύλλεις τόν διδάσκαλον; 36 ο δέ Ιησούς ευθέως ακούσας τόν λόγον λαλούμενον λέγει τώ αρχισυναγώγω Μή φοβού, μόνον πίστευε. 37 καί ουκ αφήκεν αυτώ ουδένα συνακολουθήσαι ει μή Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην τόν αδελφόν Ιακώβου. 38 καί έρχεται εις τόν οίκον τού αρχισυναγώγου, καί θεωρεί θόρυβον, καί κλαίοντας καί αλαλάζοντας πολλά, 39 καί εισελθών λέγει αυτοίς Τί θορυβείσθε καί κλαίετε; τό παιδίον ουκ απέθανεν αλλά καθεύδει. καί κατεγέλων αυτού.

40 ο δέ εκβαλών πάντας παραλαμβάνει τόν πατέρα τού παιδίου καί τήν μητέρα καί τούς μετ αυτού. καί εισπορεύεται όπου ήν τό παιδίον ανακείμενον, 41 καί κρατήσας τής χειρός τού παιδίου λέγει αυτή Ταλιθά, κούμι, ό εστι μεθερμηνευόμενον, Τό κοράσιον, σοί λέγω έγειρε. 42 καί ευθέως ανέστη τό κοράσιον καί περιεπάτει ήν γάρ ετών δώδεκα. καί εξέστησαν εκστάσει μεγάλη. 43 καί διεστείλατο αυτοίς πολλά ίνα μηδείς γνώ τούτο καί είπε δοθήναι αυτή φαγείν.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ / 1 – 1
1 Καί εξήλθε εκείθεν καί ήλθεν εις τήν πατρίδα εαυτού καί ακολουθούσιν αυτώ οι μαθηταί αυτού.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ε/ 22 – 24
22 Και έρχεται εκεί ένας από τους αρχισυναγώγους, ονόματι Ιάειρος, ο οποίος όταν τον είδεν, έπεσε γονατιστός εμπρός εις τα πόδια του 23 και τον παρακαλούσε με πολλάς και θερμάς παρακλήσεις και έλεγε, ότι η μικρά μου κόρη ευρίσκεται εις τα πρόθυρα του θανάτου. Σε παρακαλώ λοιπόν να έλθης στο σπίτι, να βάλης επάνω της τας χείρας, δια να σωθή και ζήση. 24 Και ανεχώρησε μαζή του. Λαός δε πολύς τον ακολουθούσε και οι άνθρωποι τον εστρύμωχναν.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ε/ 35 – 50
35 Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχονται από το σπίτι του αρχισυναγώγου άνθρωποι λέγοντες ότι η θυγάτηρ σου απέθανε· διατί ενοχλείς ακόμη τον διδάσκαλον; 36 Ο δε Ιησούς αμέσως, μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, λέγει στον αρχισυνάγωγον· μη φοβείσαι, μόνο πίστευε. 37 Και δεν αφήκε κανένα να τον ακολουθήση παρά μόνον τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τον αδελφόν του Ιακώβου. 38 Και έρχεται στο σπίτι του αρχισυναγώγου και ακούει θόρυβον και βλέπει πολλούς να κλαίουν και να ολοφύρωνται πολύ. 39 Και εισελθών λέγει εις αυτούς· διατί κάνετε τόσον θόρυβον με τας κραυγάς σας και διατί κλαίετε; Το παιδί δεν απέθανε, αλλά κοιμάται. Και εκείνοι τον περιγελούσαν.

40 Αυτός όμως, αφού έβγαλε έξω όλους, επήρε τον πατέρα του παιδιού και την μητέρα και τους τρεις μαθητάς, που ήσαν μαζή του, και εμπήκε εκεί, όπου ήτο εξηπλωμένο το παιδί. 41 Και αφού επιασε το χέρι του παιδιού, είπε προς αυτό· ταλιθά κούμι· πράγμα το οποίον ερμηνευόμενον σημαίνει· το κοράσιον, εις σε εγώ ομιλώ, σήκω. 42 Και αμέσως το κοράσιον εσηκώθη και εντελώς υγιές περιπατούσε· διότι ήτο δώδεκα ετών. Και κατελήφθησαν όλοι από έκπληξιν και μεγάλον θαυμασμόν. 43 Και τους είπε και τους ξαναείπε και τους έδωσε εντολήν με ένα τρόπον έντονον, κανείς να μη μάθη αυτό το θαύμα. Και είπε να της δώσουν να φάγη. (Δια να βεβαιωθούν έτσι ότι ήτο και πλήρως υγιής η κόρη των).

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ / 1 – 1
1 Και έφυγεν από εκεί και ήλθεν εις την Ναζαρέτ, την πατρίδα του. Και τον ηκολούθησαν οι μαθηταί του.