Το Ευαγγέλιο της Παρασκευής 22 Οκτωβρίου 2021

162

: ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 1 – 15 – 1 Μετά δέ ταύτα ανέδειξεν ο Κύριος καί ετέρους εβδομήκοντα, καί απέστειλεν αυτούς ανά δύο πρό προσώπου αυτού εις πάσαν πόλιν καί τόπον ού ήμελλεν αυτός έρχεσθαι.

2 έλεγεν ούν πρός αυτούς Ο μέν θερισμός πολύς, οι δέ εργάται ολίγοι δεήθητε ούν τού κυρίου τού θερισμού όπως εργάτας εκβάλη εις τόν θερισμόν αυτού. 3 υπάγετε ιδού αποστέλλω υμάς ως άρνας εν μέσω λύκων.

4 μή βαστάζετε βαλάντιον, μή πήραν, μηδέ υποδήματα, καί μηδένα κατά τήν οδόν ασπάσησθε.

5 εις ήν δ άν οικίαν εισέρχησθε, πρώτον λέγετε ειρήνη τώ οίκω τούτω.

6 καί εάν ή εκεί υιός ειρήνης, επαναπαύσεται επ αυτόν η ειρήνη υμών ει δέ μήγε, εφ υμάς επανακάμψει.

7 εν αυτή δέ τή οικία μένετε εσθίοντες καί πίνοντες τά παρ αυτών άξιος γάρ ο εργάτης τού μισθού αυτού εστι μή μεταβαίνετε εξ οικίας εις οικίαν.

8 καί εις ήν άν πόλιν εισέρχησθε καί δέχωνται υμάς, εσθίετε τά παρατιθέμενα υμίν,

9 καί θεραπεύετε τούς εν αυτή ασθενείς, καί λέγετε αυτοίς ήγγικεν εφ υμάς η βασιλεία τού Θεού.

10 εις ήν δ άν πόλιν εισέρχησθε καί μή δέχωνται υμάς, εξελθόντες εις τάς πλατείας αυτής είπατε

11 καί τόν κονιορτόν τόν κολληθέντα ημίν από τής πόλεως υμών εις τούς πόδας ημών απομασσόμεθα υμίν πλήν τούτο γινώσκετε, ότι ήγγικεν εφ υμάς η βασιλεία τού Θεού. 12 λέγω δέ υμίν ότι Σοδόμοις εν τή ημέρα εκείνη ανεκτότερον έσται ή τή πόλει εκείνη.

13 ουαί σοι, Χοραζίν ουαί σοι, Βηθσαϊδά ότι ει εν Τύρω καί Σιδώνι εγένοντο αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν υμίν, πάλαι άν εν σάκκω καί σποδώ καθήμενοι μετενόησαν.

14 πλήν Τύρω καί Σιδώνι ανεκτότερον έσται εν τή κρίσει ή υμίν.

15 καί σύ, Καπερναούμ, η έως τού ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 1 – 15

1 Μετά ταύτα δέ εξέλεξε καί ανεγνώρισε δημοσία ο Κύριος καί άλλους εβδομήκοντα μαθητάς, καί ανά δύο μαζί απέστειλεν αυτούς προτήτερα από τόν εαυτόν του εις κάθε πόλιν καί μέρος, όπου επρόκειτο νά έλθη καί αυτός.

2 Έλεγε λοιπόν εις αυτούς Τά μέν ώριμα διά θερισμόν στάχυα είναι πολλά, οι δέ εργάται πού θά τά θερίσουν, είναι ολίγοι. Πολλοί δηλαδή είναι οι ευδιάθετοι νά δεχθούν τό Ευαγγέλιον καί νά σωθούν, ολίγοι όμως είναι οι πνευματικοί εργάται, πού θά υπηρετήσουν εις τό πνευματικόν αυτό έργον. Παρακαλέσατε λοιπόν τόν Θεόν, πού είναι κύριος καί ιδιοκτήτης τής ωρίμου πρός θερισμόν σποράς, νά βγάλη καί αποστείλη εργάτας εις τόν θερισμόν του.

3 Πρός εκτέλεσιν τού Θείου αυτού έργου πηγαίνετε καί σείς τώρα καί εκτελέσατέ το μέ θάρρος καί καρτερίαν. Ιδού εγώ σάς αποστέλλω σάν αρνία ήμερα εν μέσω αιμοβόρων λύκων, πρός τούς οποίους ομοιάζουν οι εχθροί τού ευαγγελίου, οι κυριευμένοι από τά άγρια πάθη τής κακίας.

4 Μή βαστάτε πουγγίον διά χρήματα, ούτε σάκκον ταξιδιωτικόν διά τροφάς, ούτε υποδήματα νά βαστάτε, αλλά νά αρκήσθε εις αυτά πού φορείτε. Καί μή σταματάτε εις τόν δρόμον σας διά νά χάσετε καιρόν εις χαιρετισμούς μέ κάποιον πού συνηντήσατε.

5 Εις όποιο δέ σπίτι εμβαίνετε, πρώτον νά λέγετε Άς έλθη ειρήνη εις όλους, όσοι κατοικούν εις τό σπίτι αυτό.

6 Καί εάν μέν υπάρχη εις τό σπίτι αυτό άνθρωπος ειρηνικός, ώστε νά είναι άξιος τής ευχής σας αυτής, θά μείνη μέσα του καί θά επαναπαυθή εις αυτόν η ειρήνη, τήν οποίαν τού ηυχήθητε. Ει δ άλλως η ειρήνη σας θά επιστρέψη πάλιν εις σάς καί θά απολαύσετε σείς τήν ευχήν τής ειρήνης.

7 Εις αυτήν δέ τήν οικίαν, πού εμβήκατε, μένετε. Καί εκεί τρώγετε καί πίνετε εκείνα, πού σάς παρέχουν αυτοί. Άς αναλαμβάνουν αυτοί τά έξοδα τής συντηρήσεώς σας. Διότι είσθε εργάται, πού εργάζεσθε διά τήν πνευματικήν ωφέλειαν τών ανθρώπων καί ο εργάτης είναι δίκαιον νά λαμβάνη τόν μισθόν τής εργασίας του. Δίκαιον λοιπόν είναι καί σείς νά συντηρήσθε από εκείνους, διά τήν πνευματικήν ωφέλειαν τών οποίων κοπιάζετε. Καί μή πηγαίνετε από ένα σπίτι εις άλλο σπίτι, αλλάζοντες διαμονήν.

8 Καί εις οποιανδήποτε πόλιν εμβαίνετε καί σάς δέχονται οι κάτοικοί της, τρώγετε εκείνα τά οποία σάς παραθέτουν, χωρίς νά ζητήτε περισσότερον ή διάφορόν τι.

9 Καί θεραπεύετε τούς αρρώστους, πού υπάρχουν εις τήν πόλιν αυτήν. Καί λέγετε εις αυτούς επλησίασε καί μετ ολίγον έρχεται εις σάς η πνευματική βασιλεία τού Θεού, η οποία διά τής υπό τού Μεσσίου ιδρυομένης Εκκλησίας θά καλή καί θά ελκύη τούς ανθρώπους εις ουρανίαν ζωήν. Ετοιμασθήτε διά νά δεχθήτε αυτήν.

10 Εις οιανδήποτε δέ πόλιν εμβαίνετε καί δέν σάς δέχονται οι κάτοικοι, αφού βγήτε εις τάς πλατείας της, είπατε δημοσίως, ώστε νά σάς ακούσουν όλοι:

11 Καί τήν σκόνην, πού εκόλλησεν εις τά πόδια μας από τό χώμα τής πόλεως σας, τήν σφογγίζομεν καί τήν αφήνομεν διά σάς. Δέν θέλομεν τίποτε ιδικόν σας νά μείνη επάνω μας, ούτε σχέσιν τινά νά έχωμεν μαζί σας. Νά ηξεύρετε όμως αυτό, ότι η βασιλεία τού Θεού επλησίασε καί είναι κοντά σας, αλλοίμονον δέ εις εκείνους, οι οποίοι δέν τήν δέχονται.

12 Σάς βεβαιώ δέ, ότι κατά τήν ημέραν εκείνην τής κρίσεως θά επιβληθή εις τά Σόδομα περισσότερον υποφερτή τιμωρία παρά εις τήν πόλιν εκείνην, η οποία δέν εδέχθη τούς απεσταλμένους μου.

13 Αλλοίμονον εις σέ, Χοραζίν αλλοίμονον εις σέ, Βηθσαϊδά διότι, εάν εις τάς φημισμένας διά τήν κακίαν τους ειδωλολατρικάς πόλεις Τύρον καί Σιδώνα είχαν γίνει τά θαύματα, πού έγιναν εις σάς, πρό πολλού οι κάτοικοί των θά άφιναν κάθε άλλο έργον των καί καθισμένοι κατά γής εν συντριβή καί φέροντες τά σύμβολα καί εμβλήματα τού πένθους, δηλαδή σάκκον αντί ενδύματος καί στάκτην επί τής κεφαλής των, θά είχαν μετανοήσει.

14 Αλλά εις τούς κατοίκους τής Τύρου καί τής Σιδώνος θά επιβληθή ελαφροτέρα τιμωρία κατά τήν ημέραν τής κρίσεως παρά εις σάς.

15 Καί σύ, Καπερναούμ, πού έγινες κατοικία τού ενανθρωπήσαντος Κυρίου καί δι αυτό υψώθης δοξασμένη μέχρι τού ουρανού, θά καταβιβασθής εντροπιασμένη μέχρι τού Άδου. Τά αυτά δέ θά πάθουν καί εκείνοι, πού δέν θά δεχθούν καί τό ιδικόν σας κήρυγμα.